
(Pieter Bruegel)
Στο μετρό πριν μερικές μέρες μπήκε μαζί μου ένας άστεγος και στάθηκε δίπλα μου· φορούσε φόρμα, ανασηκωμένη στο ένα πόδι, η γάμπα του ήταν πρησμένη, ένα μωσαϊκό από κόκκινο καύκαλο και διαπυημένες πληγές. Απομακρύνθηκα για να σταθώ σε άλλο σημείου του βαγονιού.
Ο πόνος, ο έντονος κι επιμένων σωματικός πόνος είναι το ξύπνημα σε μια πραγματικότητα, στη συνειδητοποίηση του πόσο εύθραυστες και λεπτές είναι οι προσπάθειές μας να φτιάξουμε δίκαιη και γλυκιά ζωή, ζωή που όχι μόνο να μπορούμε να ζούμε, αλλά ν’ αξίζει τον κόπο να ζούμε. Παιχνίδια του μυαλού μου: σκέφτομαι πόσο ανούσιο θα δείχνει το σύνολο της φαιάς ουσίας που έχει καταναλωθεί για τ’ ανθρώπινα δικαιώματα και το δικαίωμα στην ευτυχία σε κάποιον που εγκλωβισμένος σ’ ένα σκοτεινό θύλακα αέρα, παρασύρεται μέσα σε βυθιζόμενο πλοίο προς την άβυσσο· σε κάποιον που αιμορραγεί πλακωμένος σε συντρίμμια, τη στιγμή που τα ρουθούνια του μυρίζουν τη φωτιά που πλησιάζει· σε κάποιον που σε εμβρυακή στάση με κορμί φαγωμένο από γάγγραινα, λιποθυμά σε γωνιά πεζοδρομίου κάπου στην Αθήνα. Βαρβαρότητα η μόνη πραγματικότητα και το μόνο βίωμα.
Η μόνη επιλογή είναι να συνεχίζουμε να ενισχύουμε το κέλυφος αυτό, που προστατεύει τους εαυτούς μας από αυτή τη μόνη, την έξω από τους ανθρώπους πραγματικότητα. Ένα μόνο: όταν - όπως στην περίπτωση του αστέγου – ο πόνος είναι (και βιώνεται ως) αποτέλεσμα βούλησης κι ενεργειών μιας εξουσιαστικής μερίδας και της υποκρισίας της ότι οι ενέργειές της πραγματοποιούνται για το καλό όσων υποφέρουν, γεννιέται μίσος κι ένας φαύλος κύκλος που τραβάει τους πάντες πίσω στο σκοτάδι, ολοένα και βαθύτερα.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου